Πώς το Πακιστάν εξελίχθηκε σε βασικό μεσολαβητή μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν
Οι στενές σχέσεις με Ουάσιγκτον και Τεχεράνη, η γεωπολιτική πίεση στα σύνορά του και ο φόβος οικονομικής ασφυξίας ώθησαν το Ισλαμαμπάντ σε πρωταγωνιστικό ρόλο στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής.
Σε έναν από τους πλέον κρίσιμους γεωπολιτικούς κόμβους της τελευταίας περιόδου, το Πακιστάν αναδεικνύεται σε βασικό διπλωματικό παίκτη στη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις με τις οποίες διατηρεί στρατηγικές σχέσεις εδώ και δεκαετίες.
Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του theconversation.com, η παρέμβαση του Ισλαμαμπάντ ήρθε στο προσκήνιο όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε στις 6 Μαΐου την παύση της αμερικανικής επιχείρησης συνοδείας ακινητοποιημένων πλοίων μέσω του Στενού του Ορμούζ, αποκαλύπτοντας ότι η απόφαση ελήφθη «με βάση το αίτημα του Πακιστάν».
Λίγο αργότερα, ο πρωθυπουργός του Πακιστάν, Σεχμπάζ Σαρίφ, εξέφρασε την ελπίδα ότι η νέα δυναμική θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια μόνιμη συμφωνία που θα διασφαλίζει «διαρκή ειρήνη και σταθερότητα» στην περιοχή. Η τοποθέτηση αυτή ήρθε να επιβεβαιώσει τον ολοένα και πιο ενεργό ρόλο του Πακιστάν ως μεσολαβητή στη Μέση Ανατολή.
Το πλεονέκτημα του Ισλαμαμπάντ
Η άνοδος του Πακιστάν σε αυτόν τον ρόλο δεν είναι τυχαία. Το βασικό του πλεονέκτημα είναι ότι διατηρεί ανοιχτούς διαύλους τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την Τεχεράνη, γεγονός που του επιτρέπει να εμφανίζεται ως σχετικά ουδέτερος συνομιλητής.
Η συνεργασία του Πακιστάν με τις ΗΠΑ στο ιρανικό ζήτημα έχει βαθιές ρίζες. Από το 1981, μετά τη ρήξη των διπλωματικών σχέσεων ΗΠΑ και Ιράν εξαιτίας της Ισλαμικής Επανάστασης, ειδικό τμήμα της πακιστανικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον διαχειρίζεται τις ιρανικές υποθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, το Ισλαμαμπάντ έχει μακρά ιστορία διαμεσολαβητικών αποστολών για λογαριασμό της αμερικανικής διπλωματίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μυστική αποστολή του Χένρι Κίσινγκερ στην Κίνα το 1971, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη συνδρομή του Πακιστάν και άνοιξε τον δρόμο για την εξομάλυνση των σχέσεων Ουάσιγκτον-Πεκίνου.
Ωστόσο, οι σχέσεις ΗΠΑ και Πακιστάν πέρασαν και περιόδους βαθιάς κρίσης. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Ουάσιγκτον κατηγόρησε το Πακιστάν ότι δεν αντιμετώπιζε επαρκώς την τρομοκρατία, ενώ η αποκάλυψη ότι ο Οσάμα Μπιν Λάντεν κρυβόταν επί χρόνια σε πακιστανικό έδαφος επιδείνωσε δραματικά το κλίμα.
Το «αγκάθι» από την πρώτη θητεία του Τραμπ
Κατά την πρώτη προεδρική του θητεία, ο Τραμπ είχε μάλιστα «παγώσει» τη στρατιωτική βοήθεια προς το Πακιστάν, κατηγορώντας το ότι δεν συνεργάζεται ουσιαστικά στην καταπολέμηση εξτρεμιστικών οργανώσεων.
Η εικόνα αυτή φαίνεται πλέον να έχει αλλάξει σημαντικά. Στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ φέρεται να έχει αναπτύξει στενότερες προσωπικές σχέσεις με τον Σεχμπάζ Σαρίφ και τον αρχηγό του πακιστανικού στρατού, Ασίμ Μουνίρ. Ενδεικτικό της αναβάθμισης των σχέσεων ήταν το ιδιωτικό γεύμα του Μουνίρ στον Λευκό Οίκο τον Ιούνιο του 2025, μια εξαιρετικά σπάνια κίνηση για στρατιωτικό ηγέτη που δεν είναι αρχηγός κράτους.
Το Πακιστάν, από την πλευρά του, επένδυσε πολιτικά στη βελτίωση των σχέσεων με τον Τραμπ, προχωρώντας σε κινήσεις υψηλού συμβολισμού, όπως η πρότασή του για το Νόμπελ Ειρήνης, αλλά και σε οικονομικές συνεργασίες με αμερικανικά συμφέροντα.
Την ίδια ώρα, το Ισλαμαμπάντ επιχείρησε να αποκαταστήσει και τις σχέσεις του με το Ιράν, παρά τις επαναλαμβανόμενες εντάσεις γύρω από την επαρχία Μπαλουχιστάν. Μάλιστα, μόλις στις αρχές του 2024 οι δύο χώρες βρέθηκαν ξανά κοντά σε επικίνδυνη κλιμάκωση, πριν τελικά επαναφέρουν τους διπλωματικούς διαύλους και ενισχύσουν τη συνεργασία τους στον τομέα της ασφάλειας.
Πίσω από τη διπλωματική κινητικότητα του Πακιστάν, ωστόσο, κρύβονται και σκληροί στρατηγικοί υπολογισμοί. Το Ισλαμαμπάντ φοβάται ότι μια γενικευμένη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω το Μπαλουχιστάν, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη ένοπλη εξέγερση.
Τα «απόνερα» του πολέμου χτυπούν το Πακιστάν
Παράλληλα, η οικονομία του Πακιστάν είναι εξαιρετικά εκτεθειμένη στις αναταράξεις του Κόλπου. Η χώρα εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω του Στενού του Ορμούζ, ενώ οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές της ενέργειας έχουν ήδη εκτινάξει το κόστος εισαγωγών καυσίμων.
Οι συνέπειες γίνονται αισθητές και στην κοινωνία, καθώς οι αρχές αναγκάστηκαν να αυξήσουν σημαντικά τις τιμές καυσίμων για τους καταναλωτές. Παράλληλα, ο αγροτικός τομέας, που απασχολεί σχεδόν το 40% του πληθυσμού, πλήττεται από την άνοδο στις τιμές των λιπασμάτων που διακινούνται μέσω του Ορμούζ.
Σημαντικό πλήγμα θα μπορούσε να δεχθεί και η οικονομία μέσω των εμβασμάτων, καθώς εκατομμύρια Πακιστανοί εργάζονται στις χώρες του Κόλπου. Μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας και επιστροφή χιλιάδων εργαζομένων στη χώρα, στερώντας από το Πακιστάν πολύτιμο συνάλλαγμα.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό και οικονομικό σκηνικό, το Πακιστάν επιχειρεί να εμφανιστεί όχι μόνο ως διαμεσολαβητής, αλλά και ως δύναμη σταθερότητας σε μια περιοχή που κινδυνεύει να βυθιστεί σε νέα περίοδο παρατεταμένης αστάθειας.